ἱκετικός

ἱκετ-ικός, ή, όν,= ἱκετήριος, Ph.2.546, Aq.Pr.27.6. Adv. -κῶς Sch.Par.A.R.1.824, Sch.E.Hec.147.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἱκετικός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ικετικός — ή, ό (ΑΜ ἱκετικός, ή, όν) [ικέτης] ικετευτικός. επίρρ... ικετικώς (ΑΜ ἱκετικῶς) ικετευτικά, παρακλητικά …   Dictionary of Greek

  • ἱκετικά — ἱκετικός neut nom/voc/acc pl ἱκετικά̱ , ἱκετικός fem nom/voc/acc dual ἱκετικά̱ , ἱκετικός fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικώτερον — ἱκετικός adverbial comp ἱκετικός masc acc comp sg ἱκετικός neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικόν — ἱκετικός masc acc sg ἱκετικός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικαῖς — ἱκετικός fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικοῖς — ἱκετικός masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικοῦ — ἱκετικός masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικούς — ἱκετικός masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικήν — ἱκετικός fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱκετικῶς — ἱκετικός adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.